Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Η διαμάχη...

  Ο φίλος μας λοιπόν κατέφθασε στην καλοκαιριάτικη παρέα, με το σγουρό του το μαλλί κοντοκουρεμένο με το κοντό παντελονάκι που το στήριζαν στους ώμους πάνινες τιράντες και από τα παντζάκια του έβγαιναν τα στρουμπουλά πόδια του που κατέληγαν στις άσπρες κοντές κάλτσες και τις ολοκαίνουργιες «ελβιέλες» που με το τέλος του καλοκαιριού θα ήταν για πέταμα, ένα καθαρό πουκαμισάκι και από μέσα τη φανέλα που τύλιγε το εύσωμο θα έλεγα κορμί με μόνο χαρακτηριστικό τα λίγο πιο εμφανή από ότι στους υπόλοιπους, στήθη. Αυτός ήταν λοιπόν ο χοντρός που όλοι περιμένανε να δουν και μάλλον απογοητεύθηκαν από κείνο που αντίκρισαν.
  Παρόλα ταύτα μερικοί περιεργάζονταν πιο επίμονα τον καινούργιο αποτυπώνοντας τα χαρακτηριστικά που θα τον έκαναν να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Πέρασαν οι μέρες η συντροφιά έχει γίνει μια ομοιόμορφη ομάδα και τα κουσούρια του καθενός αποτελούσαν την Αχίλλειο πτέρνα του μιάς και τον χαρακτήριζαν, ιδιαίτερα όταν κάποια διαμάχη ήταν επί θύραις.
  Ο Λάκης λοιπόν ως οριστικά χοντρός είχε γίνει στόχος των πειραγμάτων σε κάθε ευκαιρία είτε έφταιγε είτε όχι. Εκείνο όμως που κανείς δεν μπορούσε να παραβλέψει ήταν και το γεγονός ότι σαν πιο εύσωμος ήταν και πιο δυνατός και έτσι το πείραγμα πολλές φορές κατέληγε σε αψιμαχία ή ακόμη χειρότερα σε καυγά με νικητή πάντοτε εκείνο εκτός αν έπεφταν όλοι οι υπόλοιποι απάνω του για να τον κάνουν καλά.
  Μ’ αυτά και μ’ αυτά οι ισορροπίες αποκαθίστανται και ο καθένας υπερασπιζόταν την ιδιαιτερότητα του όσο καλύτερα μπορούσε κι ο Λάκης σαν πιο δυνατός έδειχνε επιείκεια σε μας τους υπόλοιπους. Κάποια στιγμή ο Μήτσος πιτσιρικάς κι αυτός λίγο πιο μικρός από μας βλέποντάς τον στο δρόμο τον προσφώνησε χοντρό. Εισέπραξε δυό ξεγυρισμένες σφαλιάρες και με τη σειρά του μάζεψε κάνα δυό πέτρες και τον έστρωσε στο κυνήγι. Κανείς δεν άφηνε αναπάντητη μια καρπαζιά και όσο κι αν υπολείπονταν σε σωματική ρώμη κάνα δυό πέτρες έκαναν τη δουλειά τους κρατώντας παράλληλα και την απόσταση ασφαλείας που χρειαζόταν και αντιστάθμιζε την άνιση δύναμη. Ο χοντρός αφού την έφαγε τον έστρωσε στο κυνήγι αλλά κανένας πιτσιρικάς δεν μπορεί να πιαστεί παρά μόνο αν χαζεύει ή τον πιάσει κάποιος αντίθετα ερχόμενος. Ο Μήτσος έγινε λαγός το συμβάν φάνηκε να τελειώνει όμως η βεντέτα όπως φάνηκε όχι μόνο σιγόβραζε αλλά αναζωπυρωνόταν σε κάθε ευκαιρία που οι δυο συναντιόνταν.
  Στην πλατεία μόλις ο μικρός αντιλαμβάνονταν την παρουσία του μεγαλύτερου έπιανε το περιθώριο κι αν ο χρόνος που κυλούσε ήταν μακρύς άρχιζε με κοροϊδία πάντα όμως σε απόσταση ασφαλείας πέταγε καμιά πέτρα και μακριά απ’ τα γεγονότα εκνευριζόταν κι έκανε ότι μπορούσε για να δείξει την παρουσία του. Κάποια στιγμή μην αντέχοντας στο περιθώριο, με κάνα δυό πέτρες στο χέρι πλησίαζε σιγά σιγά στην πλατεία ερευνώντας σαν αγριμάκι τις αντιδράσεις του χοντρού. Εκείνος απ’ τη μεριά του έκανε τον ανήξερο και συνέχιζε να παίζει αδιαφορώντας για την παρουσία του μικρού. Η παγίδα καλά στημένη περίμενε τον μικρό το Μήτσο να πιαστεί. Όταν ξεθάρρευε αρκετά και άρχιζε να συμμετέχει και οι πέτρες που κρατούσαν σφιχτά τα χέρια του άρχιζαν να χαλαρώνουν τότε πλησίαζε το χοντρό ο οποίος τον τσάκωσε και του έφερε κάμποσες σφαλιάρες και άλλες τόσες κλωτσιές, κάνοντας τον μικρό να κλαίει πιο πολύ πως την έπαθε, παρά για τις σφαλιάρες. Η διαμάχη λοιπόν αυτή προς μεγάλη τέρψη υμών των υπολοίπων συνέχιζε με αμείωτη ένταση και η ευρηματικότητα κι απ' τις δυό μεριές ήταν απαράμιλλη. Εμείς οι μεγαλύτεροι με το χοντρό στην παρέα μας συνεχίζαμε τα δικά μας, ο μικρός με τη δικιά του παρέα δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία όταν συναντούσε το φίλο μας να του επιτίθεται λεκτικά, μιας και δεν μπορούσε με άλλο τρόπο, με την περίφημη εκείνη φράση που έγινε κλασσική και την θυμόμαστε όλοι με γέλιο.
"Χοντρέ τα μαστάρια σ’ κρέμονται"....
γ.λ. 2

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Ο χοντρός...

Σε μια κλειστή κοινωνία όπως η μικρή κοινωνία του χωριού μας υπήρχαν πολλοί που οι παραστάσεις τους ήταν περιορισμένες και η επαφή τους με τον έξω κόσμο πενιχρή. Στα παιδιά του χωριού αυτό ήταν εντονότερο μιας κι ο κόσμος τους άρχιζε και τέλειωνε στο περιφραγμένο από βουνά πλάγιο όπου τα σπίτια μαζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο σχημάτιζαν τον μικρό οικισμό που ήταν η αρχή και το τέλος των παραστάσεων και των εμπειριών της πιο ζωντανής μερίδας των ανθρώπων του που είναι τα παιδιά. Εκείνο το καλοκαίρι στα μέσα του 60 ο αριθμός των παιδιών που ζούσαν και μεγάλωναν εκεί πάνω, ήταν αρκετά μεγάλος και ιδιαίτερα ζωντανός το δε καλοκαίρι που ανηφόριζε και η υπόλοιπη στρατιά των πιτσιρικάδων από Αθήνα μεριά, η πλατεία και τα σοκάκια γέμιζαν φασαρία και τρεχαλητό. Η ανάμιξη των επισκεπτών του καλοκαιριού με τους ντόπιους ήταν άμεση, και η δραστηριότητες σχεδόν ταυτόσημες σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από πέρσι που χωρίστηκαν. Με την άφιξη των πρώτων γρήγορα μετριόμασταν να δούμε ποιος έλλειπε απ’ την περσινή παρέα και μαθαίναμε πάλι γρήγορα από τους συγγενείς πότε θα έλθουν και οι υπόλοιποι για να συμπληρωθούν οι ομάδες. Τη χρονιά εκείνη περιμένοντας τις αφίξεις κάποιος από τους ντόπιους είπε πως θα έρθει στο χωριό κι ο Λάκης. Αυτός ήταν σταθερός τα χρόνια εκείνα στην καλοκαιριάτικη παρέα και η πρώτη χρονιά που θα ερχόταν σημαδεύτηκε από τούτο το περιστατικό. Κάποιος λοιπόν είπε πως αυτός που θάρθει είναι χοντρός. Ακούστηκε παράξενο στα παιδικά αυτιά το χοντρός και βάλθηκαν όλοι να κουβεντιάζουν τι ακριβώς είναι ο χοντρός. Είναι φανερό πως η εικόνα αυτή στα παιδιά στο χωριό διαχρονικά δεν ήταν οικεία, δεν ξέρω αν θυμάται κανείς χοντρό παιδί στα χρόνια εκείνα κι απ’ ότι θυμάμαι κι απ’ τους μεγάλους ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν χοντροί. Έτσι λοιπόν η εικόνα αυτή στα παιδιά του χωριού με τις περιορισμένες παραστάσεις του μικρόκοσμου που ζούσαν, η μορφή ενός τέτοιου παιδιού φάνταζε αν όχι εξωτική τουλάχιστον αξιοπερίεργη.
γ.λ. (1)

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Προς το καλοκαίρι..

Χίλια μύρια σχέδια, άλλοι τόσοι περίπατοι, και εκδρομές, και στο ποτάμι και στην Κρύα Βρύση και στον Κάναλο και στην Βρωμόγουρνα, μέχρι και στο Καρτάκι, φτιάχνουν περίπλοκους δρόμους όσο το σχολείο φτάνει στο τέλος του και οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού έρχονται. Μαζί με τις μέρες αυτές η προσμονή μεγαλώνει και όλα όσα τριγύρω συμβαίνουν γίνονται θαμπά αφού η σκέψη τα διαπερνά καθώς στοχεύει μακρύτερα. Τα ραντεβού της μεγάλης βδομάδας έχουν στοιχειώσει το σήμερα και δεν αφήνουν θέση για οτιδήποτε άλλο. Τα δειλά τηλεφωνήματα αρκούσαν να κρατάνε τη υπόσχεση ζωντανή κι άνοιγαν το δρόμο για χίλια μύρια σχέδια. Οι πρώτοι αυτοί έρωτες κράταγαν ζωντανά τα πρόσωπα που ο χρόνος νομοτελειακά θα ξεθώριαζε, κι οι αποστάσεις τότε μακρινές, σχεδόν απροσπέλαστες από τη διστακτικότητα, την έλλειψη επικοινωνίας περισσότερης απ’ ότι η ηλικία επέτρεπε και ο σφιχτός έλεγχος από τις συνήθειες του χωριού που δυσκόλευαν ακόμη τις κινήσεις έφερναν μαζί με την προσμονή και την απογοήτευση, πως τίποτε και κανένα σχέδιο δεν θα μπορούσε να τρέξει, έτσι όπως το είχα σχεδιάσει. Κι όμως εκείνο που ανίκητο ανέτρεπε κάθε σχέδιο και έφτιαχνε τα δικά του ήταν ο έρωτας στα χρόνια της πρώιμης νιότης, εκείνος που εξιδανικεύει και πρόσωπα και φιγούρες και συνήθειες, ακόμη και το γέλιο ακόμη και μια μικρή κίνηση ακόμη κι ένα μικρό ανεπιτήδευτο άγγιγμα, ακόμη και το βλέμμα, και πιο πολύ απ’ όλα η αδιαφορία για τις συμβάσεις που κράταγαν το χωριό δεμένο σε συνήθειες παλιές που στα χρόνια εκείνα δειλά άρχιζαν να χαλαρώνουν. Αλλά θα μιλήσουμε αργότερα και για τους έρωτες τα χρόνια εκείνα, και αρκετοί από μας και αρκετές θα βρουν σε κείνα που θα πούμε τα πρόσωπα που για πολλούς ο χρόνος δεν μπόρεσε να ξεθωριάσει.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012