Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Από μακριά..

Ας γυρίσουμε όμως στο ποτάμι που κατηφόριζε πίσω από την Ψηλόραχη και κάτω απ’ τη Συκιά, κι αφού τέλειωνε ο λόφος απ’ τον Πυργάκι προς τα Ισιώματα το κομμάτι της ποταμιάς  που βρίσκονταν στο Κονιακίτικο, γίνονταν πια ορατό απ’ το χωριό και το βλέπαμε σε λίγα μέρη που κυλούσε στην ήρεμη κοίτη του βρέχοντας στα ριζά τη Γκιώνα, εκεί που απότομη θεόρατη απειλητική υψωνόταν μέχρι τα σύννεφα. Από την άλλη μεριά χάιδευε τις πλαγιές των Βαρδουσίων καθώς αυτές κατέβαιναν πιο ήμερες, λιγότερο απότομες, από τις δικές τους ψηλές κορφές, τις πλαγιές τους σε μια απ’ αυτές ακούμπαγε απάνω της το χωριό με τις στράτες που έφευγαν προς όλες τις κατευθύνσεις και προς το ποτάμι εκεί χαμηλά. Το ποτάμι που φαίνονταν απ’ το χωριό σε πολύ λίγα σημεία της διαδρομής του, κι όμως το ξέραμε ότι υπάρχει σαν το περνάγαμε ερχόμενοι και πηγαίνοντας  προς το Λιδορίκι κι από τα πυκνά πλατάνια που ακολουθούσαν κι αυτά το σκιερό του δρόμο σαν κατηφόριζε για το Βελούχι κι από κει στο Στενό κι ύστερα έφευγε από μας και πήγαινε στη θάλασσα.
Το ποτάμι μέρος μυθικό που το συνόδευαν θρυλικές ιστορίες από τους μεγαλύτερους. Μέναμε με το στόμα ανοιχτό καθώς ακούγαμε για το ψάρεμα με τα χέρια για τις μεγάλες μπαρούκες για τα ψηλά βράχια που τις προστάτευαν και τις έκαναν κατάλληλες για κολύμπι και δύσκολες για ψάρεμα, για τα μεγάλα βότσαλα που έχτιζαν την κοίτη και το πόσο δύσκολο είναι να περπατάς επάνω τους, για τις νεροφίδες και τα ζουλάπια που κατέβαιναν για να πιούν νερό και τόσα ακόμη.

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Η επόμενη πρόκληση...

Σαν έπεφτε το βλέμμα χαμηλά στο χωριό, συναντιόταν και με το ποτάμι εκεί κάτω μακριά στη ρίζα της Γκιώνας, φαίνονταν μικρό σαν μια γαλάζια πινελιά στα κιτρινοπράσινα φύλλα που έδειχναν να το προστατεύουν. Κι έτσι το βλέπαμε σαν ξυπνάγαμε το πρωί, απ’ το μπαλκόνι, όσο περιμέναμε και κοιτάζαμε να δούμε αν ξύπνησαν οι φίλοι και συνοδοιπόροι του καλοκαιριού για να ανταμώσουμε στην πλατεία. Ξυπνάγαμε το πρωί κι ακούγαμε τον ήχο απ’ τα κουδούνια που φόραγαν τα ζυγούρια καθώς οι «ζυγουρολόγοι»  τα πήγαιναν να βοσκήσουν και πέρναγαν ανάμεσα στα σοκάκια. Ξυπνάγαμε κι οι μυρουδιές απ’ τα τζάκια γέμιζαν το χωριό κι αυτές για λίγο μέχρι που έφευγαν κι οι μεγάλοι για τις δουλειές τους στα χωράφια. Κι όσο περιμέναμε κι η μέρα γέμιζε το βλέμμα δεν ξεκόλλαγε απ’ το ποτάμι, προορισμός δελεαστικός, εμπειρία που περίμενε να αποκτηθεί.  
Το ποτάμι ξεκίναγε από ψηλά από την Καταβόθρα, έτσι μας έλεγαν οι μεγαλύτεροι, και πέρναγε από ένα δύσβατο φαράγγι απ’ τη μια μεριά ήταν οι κατάφυτες πλαγιές της Καταβόθρας κι απ’ την άλλη η Γκιώνα με την απότομη πλαγιά της την «Κακιά Σάρα», απ’ όπου το πέρασμα των οδοιπόρων ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Η γιαγιά κάθε φορά που μας διηγιόταν την επιστροφή της από τα χωριά της Καταβόθρας όταν πήγαινε να φέρει γεννήματα, μας περιέγραφε πως αναγκάζονταν να περάσει σχεδόν έρποντας από το δύσβατο εκείνο πέρασμα και η διήγησή της έφτιαχνε στο μυαλό μας άπειρες εικόνες από ζώα που γκρεμίζονταν, από ανθρώπους πιασμένους από πέτρες και κλαδιά, και μας έφερνε ένα διάχυτο φόβο σα φέρναμε τον εαυτό μας στη θέση της.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Στο Ποτάμι..

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Η επιστροφή...

Τα βασιλέματα πήραν να κυλούν στη Γκιώνα και ο δρόμος της επιστροφής είχε αρχίσει να μετριέται με τα αργά τεμπέλικα βήματα του γυρισμού. Τα γέλια τα πειράγματα, συνέχιζαν αμείωτα να κρατούν τη συντροφιά σε μεγάλο κέφι. Κοντοστάθηκα λίγο καθώς αφήναμε το δάσος και κατηφορίζαμε να ρίξω μια τελευταία ματιά στον προορισμό που τον τελευταίο καιρό αποτελούσε μια εμμονή. Μια ακόμη επιθυμία είχε εκπληρωθεί και αισθανόμουν πως κατάκτησα μια ακόμη σπουδαία εμπειρία. Κι ήταν έτσι ακριβώς όταν πολλά χρόνια μετά όσες φορές ξαναβρέθηκα στο μέρος εκείνο ένοιωθα την ίδια συγκίνηση που είχα πρωτονοιώσει όταν με την καλοκαιριάτικη συντροφιά στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, το όνειρό μου είχε γίνει πραγματικότητα.
Και καθώς το χωριό πλησίαζε η προοπτική για μια νέα περιπέτεια φώτιζε τη σκέψη και όλες οι πιθανές διαδρομές είτε σαν εκδρομή είτε σαν βόλτα άρχισαν να φτερουγίζουν και να συνωστίζονται προσπαθώντας να κερδίσουν μια μπροστινή θέση στον προγραμματισμό των επόμενων ημερών. Τώρα θα πρέπει να συμμαζέψουμε τις σκόρπιες εντυπώσεις από την όμορφη εκδρομή και να τις τοποθετήσουμε στα σπουδαία μας κατορθώματα που θα συνόδευαν το υπόλοιπο του καλοκαιριού και θα μας έδιναν εκείνη την γλυκιά νοσταλγία στη χειμωνιάτικη πόλη όταν η ρουτίνα της κάθε μέρας θα έκανε τα πάντα να μοιάζουν γκρίζα. H είσοδος στο χωριό από την κάτω βρύση και το ανέβασμα στην πλατεία ήταν η τελευταία πράξη που σφράγιζε την ημέρα εκείνη. Ο καπνός απ’ τα τζάκια υπενθύμιζε σε όλους μας πως η κούραση της μέρας εύρισκε την απαντοχή της κι η ανάσα ξεκούρασης για μια ακόμη βραδιά έρχονταν καθώς το σκοτάδι έπεφτε βαθύ και τα αστέρια γέμιζαν τον ουρανό τη μαρμαρυγή τους.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Η εκδρομή συνεχίζεται..

Ας γυρίσουμε όμως στη χαρούμενη συντροφιά της Κρύας Βρύσης όπου οι εκδρομείς μαζεμένοι όλοι τριγύρω από το τραπεζομάντηλο που σκέπαζε το γρασίδι είχαν ξαπλώσει στο πλάι ή είχαν καθίσει σε πέτρες σιγοτρώγοντας, σιγοπίνοντας και σιγοτραγουδώντας, κι όταν σταμάταγε το τραγούδι άρχιζαν τα χωρατά με αρχηγό τον Νικόλα που τα αστεία του έφερναν γέλιο τρανταχτό στους μεγάλους, κι από κοντά κι εμείς άσχετα αν καταλαβαίναμε ή όχι τα αστεία. Η μέρα κυλούσε, το κοντοσούβλι ψηνόταν, το κρασί έτρεχε, οι μεγαλύτεροι συνέχιζαν κι εμείς σε μια μικρή παρέα κινήσαμε στον ανήφορο ανάμεσα στα έλατα να εξερευνήσουμε το δάσος, και να βρούμε ένα ξέφωτο να αγναντέψουμε, να προσδιορίσουμε τη θέση μας σε σχέση με το χωριό και τους υπόλοιπους. Ο δρόμος γεμάτος χαμόκλαδα και φτέρες και τις ξερές βελόνες τα ελατόφυλλα, η μυρουδιά του ψητού έρχονταν ακόμη ασθενής και οι φωνές και τα γέλια ξεθώριαζαν καθώς ξεμακραίναμε. Δυό στροφές πιο πέρα ένα ξέφωτο στρωμένο με γρασίδι και φτέρες μια εικόνα ένας πίνακας ενός καλλιτέχνη με μαγικές ικανότητες και απέναντι σταχτής και γαλάζιος ο επιβλητικός όγκος της Γκιώνας με την απόκρημνη μεριά του να έρχεται βορινά και να ακουμπάει στην Οίτη, την καταβόθρα, το ήμερο εκείνο, κατάφυτο με έλατα βελανιδιές και πουρνάρια βουνό που ήταν πρόκληση στο βλέμμα. Βαθιά κάτω καθώς τα έλατα κατηφόριζαν με μια σειρά πλατάνια ανάμεσά τους που έδειχναν την πορεία του νερού, που χώριζε τα δυό βουνά, το ποτάμι κυλούσε ήρεμα τα καλοκαιριάτικα νερά του καθώς έπαιρνε το δρόμο για την Ναύπακτο.
Γυρίσαμε πίσω κάτσαμε κι εμείς γύρω απ’ το μεσημεριάτικο υπαίθριο γεύμα, όπου γευτήκαμε την πραγματική γεύση της ζωής, κι ύστερα όταν αποκαμωμένοι οι πιο πολλοί έγειραν να πάρουν έναν ύπνο γλυκό γείραμε κι εμείς αφήνοντας το βλέμμα να τρέχει εκεί ψηλά ανάμεσα απ’ τα κλαδιά που μισοάφηναν τον ήλιο να περνά κάτω κρατώντας μια δροσούλα που την έκανε ακόμη πιο όμορφη το βοριαδάκι που γλίστραγε στα μεγάλα δέντρα ανάμεσα. Οι λίγοι που δεν ήθελαν να κοιμηθούν πήραν το δρόμο για το Φτερλάκωμα και οι φωνές και τα γέλια τους εξασθενούσαν και χάνονταν καθώς απομακρύνονταν.
Σαν άρχιζε ο ήλιος να κατηφορίζει προς τις κορφές των Βαρδουσίων κι η μέρα άρχιζε να σώνεται, η χαρούμενη συντροφιά άρχιζε σιγά σιγά να μαζεύει τα απομεινάρια της εκδρομής να τα τοποθετεί στις μαρούδες , να ταχτοποιεί τα απομεινάρια της φωτιάς, ρίχνοντας νερό στα τελευταία αποκαΐδια,  και πήρε τον κατήφορο αφήνοντας πίσω την Κρύα Βρύση.